διδύμη

διδύμη,

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Διδύμη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διδύμῃ — Διδύμη fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδύμη — δίδυμος double fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδύμῃ — δίδυμος double fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίδυμη γένεση — Φαινόμενο κατά το οποίο εξαφανίζεται ένα φωτόνιο κοντά σε έναν πυρήνα, που έχει μόνο καταλυτικό ρόλο, και δημιουργείται ταυτόχρονα ένα ζεύγος ποζιτρονίου και ηλεκτρονίου. Για να σχηματιστεί ένα μόνο σωμάτιο μη μηδενικής μάζας ηρεμίας από ένα… …   Dictionary of Greek

  • Διδύμη ή Γαϊδουρονήσι — Μικρό ακατοίκητο νησί των κεντρικών Κυκλάδων. Βρίσκεται πολύ κοντά στη Σύρο. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ερμούπολης του νομού Κυκλάδων …   Dictionary of Greek

  • Διδύμαιν — Διδύμη fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διδύμαις — Διδύμη fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διδύμαισιν — Διδύμη fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διδύμην — Διδύμη fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διδύμης — Διδύμη fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.